Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

For whom the bell tolls...

Για μένα μάλλον χτυπά η καμπάνα... Δεν ξέρω πώς θα έπρεπε να αισθάνομαι, δεν ξέρω τί αισθάνομαι και, το χειρότερο δεν είμαι σίγουρος αν και για ποια το αισθάνομαι. Πιθανά ονόματα; πολλά. Πιθανά συναισθήματα; επίσης. Δεν μπορώ όμως να κατονομάσω τίποτε από τα δύο με βεβαιότητα.

Νιώθω και πάλι χαμένος, νιώθω κουρασμένος, νιώθω ότι δεν έχω καμία διάθεση να ξαναερωτευτώ, να δώσω άλλη μια ευκαιρία σ' αυτό το κάτι που τόσες φορές με πλήγωσε και με απογοήτευσε... Κι όμως, πάντα η ελπίδα σιγοκαίει τα σπλάχνα μου, ξεπετάγεται από τις χαραμάδες του λογικού και της κοινωνικής ευπρέπειας, λάμπει στιγμιαία και χάνεται πάλι πίσω διωγμένη από το σκοτάδι των αναστολών. Γιατί αυτό το σκοτάδι φοβάται ότι μια μέρα το φως θα γίνει τόσο δυνατό και ισχυρό που οι χαραμάδες θα ραγίσουν, θα ανοίξουν κι άλλο, κι άλλο μέχρι το λογικό να σπάσει σε χίλια κομμάτια και η ελπίδα να ξεχυθεί ακράτητη προς τα έξω.

Έχω μάθει να περιμένω. Έχω μάθει να απογοητεύομαι. Αυτό που με τρομάζει όμως είναι το ότι δεν έχω μάθει να νικάω, να διαχειρίζομαι την νίκη και να απολαμβάνω ως εκ τούτου τα τρόπαια της...

Γιαυτό και φοβάμαι το κάθε μου βήμα, την κάθε μου λέξη. Γιαυτό και, παρά της χαραμάδες και τις μικρές του αδυναμίες, το τείχος της λογικής μου είναι πολύ ισχυρό για να πέσει εύκολα.

Αλλά πρέπει να πέσει. Και όσο το συντομότερο τόσο το καλύτερο...

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

Το μίσος...

Πώς είναι να μισείς; Να μισείς με όλο σου το είναι, κάθε κύτταρο και μόριο ακόμα του κορμιού σου, κάθε στάλα της ψυχής σου, με τόση οργή και κακία να αναβλύζει από μέσα σου, που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν ακόμα είσαι κάτι ανθρώπινο ή έστω ανθρωποειδές;

Μιλώ συνέχεια για αγάπη, για έρωτα, για πόνο, αλλά σπάνια μιλώ για το μίσος. Κι όμως, είναι μία από τις μεγαλύτερες κινητήριες δυνάμεις της ανθρώπινης ιστορίας... Απόρροια κι αυτό ίσως του φόβου, αλλά και πάλι, κάτι το τρομερό, το συγκλονηστικό.

Όχι, μην καταφρονείτε το μίσος...

Γιατί το μίσος σπάει ατσάλι και λιώνει βουνά, θέτει το μυαλό σε λειτουργία, επινοεί τα πιο παράτολμα, γενναία και ευφυή σχέδια, διοχετεύει δημιουργικά αργά ή γρήγορα όσα αποθέματα σκέψης διαθέτει κάποιος...

Και αυτό νιώθω τον τελευταίο καιρό, όλο και συχνότερα. Καθαρό, κατάμαυρο, άσβεστο, αδυσώπητο, ανελέητο, αφοριστικό, απόλυτο, καταστρεπτικό μίσος. Μίσος προς νοοτροπίες και συμπεριφορές, και μίσος προς όσους ανθρώπους είτε τις συντηρούν, είτε υποφέρουν από αυτές κι όμως πιστεύουν ότι τους κάνουν ευτυχισμένους και γαντζώνονται πάνω τους, σαν τον Οδυσσέα στη σανίδα του.

Και με αφήνουν μόνο μου, "φωνή βοώντος εν τη ερήμω", να τους προειδοποιώ, να τους δίνω την απαραίτητη ώθηση για να ελευθερωθούν επιτέλους, κι αυτοί, μέσα στην νωθρότητα που τους παρέχει η ασφάλεια της συμόρφωσης στο απεχθές κατεστημένο της ζωής τους, όχι μόνο δεν κουνούν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι για να ξεφύγουν, αλλ' ίσα ίσα με αποπέρνουν και με απορρίπτουν, βολευόμενοι με ό,τι ταιριάζει στα στενόμυαλα πρότυπα της κοσμοθεωρίας τους.

Πώς μετά μια καθολική αγάπη να μη γίνει καθολικό μίσος; Πώς μία δύναμη άμυνας, υπομονής, αντοχής και ηρεμίας να μη γίνει δύναμη επίθεσης, καταστροφής, επινόησης και οργής;

Το μίσος αυτό είναι καλά θεμελιωμένο και δεν ξέρω πλέον αν τελικά πρέπει να το πολεμήσω ή να το αφήσω να αγκαλιάσει την ύπαρξή μου. Η καρδιά μου μου λέει να το πνίξω στα σκοτάδια από τα οποία ήρθε, αλλά η λογική μου μου λέει πως για να φύγουν αυτά τα σκοτάδια, αυτό είναι ένα από τα ισχυρότερα όπλα που μπορώ να χρησιμοποιήσω.

Δεν ξέρω πλέον. Δεν ξέρω τίποτα. Τυχερός είναι όποιος ποτέ του δεν αγάπησε...

Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

"Τα 'χω μισήσει τα ολόχρυσα κλουβιά σας..."

Γιατί μου δημιουργείται όλο και περισσότερο η εντύπωση ότι οι άνθρωποι είναι γενικά μαζοχιστές που εθελοτυφλούν για κάποιον περίεργο λόγο;

Αναζητούν την αγάπη από εκεί που δεν θα την βρουν ποτέ, απορρίπτουν την αγάπη όταν τους προσφέρεται απλόχερα από πηγές που δεν συμβαδίζουν με τα ηλίθια πρότυπα τελειότητάς τους, δεν εκτιμούν το όμορφο και το γενναιόδωρο, ενώ γοητεύονται από το άσχημο και το εχθρικό.

Και έτσι σιγά-σιγά, όποιος μοιράζει απλόχερα στην αρχή την αγάπη και το ενδιαφέρον του, καταλήγει να κλείνεται, να απομακρύνεται, να ξεχνά πως είναι να αγαπιέσαι και να αγαπάς, και να θυμάται μόνο πως είναι να πονάς και να μισείς...

Γιατί να είμαστε γαμώτο τόσο περίεργα ανώμαλοι; Όλοι διατεινόμαστε ότι δουλεύουμε για την πάρτη μας, και τελικά μόνο αυτήν βλάπτουμε.

Δεν αντέχω άλλο, ούτε εμένα ούτε τους άλλους. Είναι ώρες που μισώ, με όση δύναμη μπορεί να κρύβει αυτή η λέξη, την υποκρισία των γύρω μου πρώτιστα, αλλά και τη δική μου. Και το μίσος είναι απύθμενο, κραταίο, συνοδευμένο πάντα από σιωπηρή-συνήθως-λύσσα και ανείπωτη λύπη... Σε τέτοιο βαθμό που θέλω να τα κάνω όλα λίμπα και να ξεσπάσω σε κλάμα μέχρι εξαντλήσεως ταυτόχρονα...

Δεν ξέρω. Δεν ξέρω...

Απλά βαρέθηκα να προσπαθώ να πάω κόντρα στο παιχνίδι της υποκρισίας και της ανοησίας των άλλων, να γίνομαι ενοχλητικός που τους υποδεικνύω τα λάθη και τα ψεγάδια τους, και γιαυτό να απομονώνομαι από όλους. Έτσι μου έρχεται να πάω να πνιγώ για να γλυτώσω και να αφήσω τους άλλους να πνιγούν... Γιατί τελικά το αξίζουν.

Και όλα αυτά είναι δηλητήριο, που πρέπει να το βγάλω, και να φροντίσω να βγει έτσι ανώδυνα, γιατί αν το κρατήσω και αφήσω την κύστη του να σπάσει και να χυθεί, τότε πολλούς θα πάρει και θα κουτρουβαλιάσει ο διάολος...

Τέλος πάντων. Ας πούμε προς το παρόν, όσο από αυτό το δηλητήριο έπρεπε να βγει βγήκε. Δεν σημαίνει πως γιατρεύτηκα βέβαια, αλλά δεν θα πληγώσω και κανέναν άλλον. Και δεν βρίσκω καλύτερο τρόπο να κλείσω παρά με τους στίχους του αγαπημένου μου τραγουδιστή:

"Τα 'χω μισήσει τα ολόχρυσα κλουβιά σας
μ'ακολουθούνε σ' όποιο μέρος και να πάω
να 'χετε υπ' όψιν σας, μια μέρα θα σας φάω
όλους εσάς όπου κοιτάτε τη δουλειά σας..."

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

"Fast est ab hoste docere..."

Είναι δέον να μαθαίνεις από τον εχθρό σου.

Και ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μας, παρά ο εαυτός μας;

Παρόλα αυτά, φαινόμαστε καμιά φορά απρόθυμοι να μάθουμε από τα λάθη μας, ίσως επειδή αρνούμαστε πεισματικά ότι ήταν λάθη. Έχουμε την ανόητη τάση να δίνουμε πάντα δίκιο στον Εαυτό μας, να αγνοούμε τους άλλους και να μην αναγνωρίζουμε ότι σφάλαμε, διαιωνίζοντας έτσι μια συμεριφορά κι έναν τρόπο δράσης που βαθιά μέσα μας ξέρουμε ότι είναι από αναποτελεσματικός μέχρι (αυτο)καταστροφικός.

Δεν γεννιόμαστε, ούτε γινόμαστε αλάνθαστοι. Αλλά είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσουμε, να το χωνέψουμε, να συλλάβουμε το πλήρες νόημα αυτής της αλήθειας, που μας ταλανίζει σαν γένος για αιώνες: πάντα θέλαμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει κάπου γύρω μας μια αυθεντία που θα έχει διαθέσιμες όλες τις σωστές απαντήσεις για όλα όσα μας περιβάλουν και διαδραματίζονται στην ζωή μας. Κι όταν πλέον αποδείχθηκε λογικά πως τέτοια αυθεντία ούτε καν μπορούσε να εννοηθεί, είτε μείναμε προσκολημμένοι στις παλαιές μας πεποιθήσεις αγνοόντας την αλήθεια, είτε στραφήκαμε μέσα μας για να βρούμε εκεί την ζητούμενη αυθεντία.

Η πρώτη προαναφερθείσα αντίδραση είναι λάθος για πολλούς προφανείς λόγους, τους οποίους - θέλω να πιστεύω τουλάχιστον - ότι τους κατανοήτε. Η δεύτερη όμως είναι ταυτόχρονα καρπός της ορθότητας και του παραστρατήματος.

Γιατί όντως η απόλυτη αυθεντία της ζωής μας είναι μέσα μας, στην ψυχή μας. Αυτή έχει όλους τους δρόμους που πρέπει να βαδίσουμε, και όλους τους προορισμούς που πρέπει να αναζητήσουμε. Κατέχει και τις σωστές ερωτήσεις, και τις σωστές απαντήσεις σε αυτές. Γιατί τελικά, το μόνο το οποίο μπορεί να υπαγορεύσει σε ένα σκεπτόμενο άτομο το τί θα κάνει και τί θα απογίνει είναι ο εαυτός του, γιατί ακόμα και το να ακολουθεί κανείς τις επιρροές των άλλων είναι θέμα του χαρακτήρα του και της διαμόρφωσής αυτού.

Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή η συνταγή λειτουργεί μόνο για εμάς τους ίδιους, και για κανέναν άλλον. Μπορεί βέβαια να υπάρξει ένα σταθερό σύστημα αξιολόγησης για τους χαρακτήρες ολονών μας, το οποίο ουδεμία σχέση έχει με τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες της περιόδου στην οποία κάποιος έζησε και έδρασε. Κι αυτό είναι και το μοναδικό κρητήριο που χρησιμοποιεί και η ίδια η φύση: ποιός από εμάς κατάφερε ή καταφέρνει, και σε ποιο βαθμό, να φανεί χρήσιμος για την ευρύτερη κοινωνία των συνανθρώπων του, θέτοντας το λιθαράκι του πάνω στον ιερότατο καθεδρικό της ανθρώπινης προόδου. Πάραυτα όμως, κανείς μα κανείς δεν έχει το δικαίωμα να θεωρεί τον εαυτό του και κατά συνέπεια το χαρακτήρα του τέλειο και καλύτερο από όλους, γιατί είναι αλήθεια ότι όλοι μας έχουμε τουλάχιστον ένα (και τις περισσότερες φορές πολλά παραπάνω), ανεπαίσθητο ή μη, ψεγάδι στην σύνθεση μας αυτή που λέγεται "εγώ".

Και γιαυτό ακριβώς, ο εαυτός μας είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μας. Πρέπει να μάθουμε να μην υποπέφτουμε στα λάθη εκείνα στα οποία μας παρασύρει, να αντλούμε τα διδάγματα κάθε εμπειρίας και να αγωνιζόμαστε αδιάκοπα για την προσωπική μας βελτίωση, χωρίς ποτέ μα ποτέ να εφησυχάσουμε λέγοντας ότι είμαστε ικανοποιημένοι, πόσο μάλλον τέλειοι.

Είναι κάτι που έχει γίνει αντιληπτό από τους φιλοσόφους εδώ και εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες χρόνια, και πιστεύω πως και τα παραπάνω είχαν κατά νου οι Λατίνοι όταν έβγαζαν μέσα από τη σοφία τους το τόσο χρήσιμο, περιεκτικό και αξιοσημείωτο ρητό τους:


"Fast est ab hoste docere..."

Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

Ίσως έχεις δίκιο. Ίσως δεν ήτανε γραφτό...

Ίσως έχεις δίκιο αγάπη μου. Ίσως δεν ωφελούσε σε τίποτα το όνειρό μας. Ανήκουμε σε κόσμους διαφορετικούς. Έχω μάθει να σκέφτομαι εκτός πλαισίων, κι εσύ εντός. Έχω μάθει να φτιάχνω τους κανόνες μου, εσύ έχεις μάθει να υπακούς στους κανόνες που φτιάχνουν και έφτιαξαν άλλοι για σένα.

Και παρόλο που οι αξίες μας είναι οι ίδιες, επειμένεις να τους δίνεις συγκεκριμένο χρώμα και να μην τις βλέπεις σαν ένα κοινό πανανθρώπινο πλαίσιο συνεννόησης. Και έτσι, σε έχασα για μια ιδέα, ένα ακαθόριστο και αόριστο Θεό εκφρασμένο μέσα από ένα σύνολο κανόνων συντεταγμένο 1400 χρόνια πριν. Αυτό σε γεμίζει τόσο, που δεν μπορείς να κάνεις ούτε μια υποχώρηση, ούτε ένα βήμα πίσω, ώστε να προχωρήσεις την πραγμάτωση του ονείρου που τριβέλιζε τα μυαλά μας τόσον καιρό. Δε σου ζήτησα θυσίες. Αλλά παρόλα αυτά εσύ επέλεξες να παραιτηθείς, και δεν απαρνήθηκες την σκλαβιά που σε κρατάει δέσμια για την ελευθερία που σου προσφέρει το όνειρό μου. Κι ενόσω λες ότι προτιμάς να μην είσαι σκλάβα, αρνείσαι να δεις το προφανές και λες ότι αυτό που σε σκλαβώνει σου αρέσει. Στη Δύση θα το λέγαμε ίσως σύνδρομο της Στοκχόλμης. Αλλά εσύ είσαι στην Ανατολή, και κει υποθέτω πως αυτό είναι το φυσιολογικό.

Όμως δεν θα πω τίποτε άλλο. Με χώρησες, μα δε σου κρατώ κακία. Μου έδωσες χαρά και ελπίδα, άσχετα εάν τα πήρες πίσω. Και παρόλο που το "Μακτούμπ" της φυλής σου δεν μας περιέλαβε στις λίστες του, και πρέπει να αδειάσω από τη μορφή σου τον θρόνο στην καρδιά μου, θα πάρεις την κορωνίδα στο χρονοντούλαπο όσων αγάπησα, ώστε να μην σε ξεχάσω ποτέ.

Μαασαλάμαχ, αγάπη μου...

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Το "εγώ" και το "εμείς"

Πού τελικά τελειώνει το "εγώ" και που αρχίζει το "εμείς";

Το παραπάνω ερώτημα έχει τεθεί σε λάθος βάση: καταρχάς, τίθεται ερώτημα για το κατά πόσο αυτές οι δύο έννοιες διαχωρίζονται εξ αρχής.

Για εμένα, η απάντηση είναι όχι.

Το προσωπικό συμφέρον και η προσωπική δράση του καθενός, καθότι επηρεάζει ένα μικρό ή μεγαλύτερο κοινωνικό σύνολο ή ομάδα, είναι από ένα σημείο και μετά θέμα όλου του συνόλου. Είτε το θέλουμε είτε όχι, καθείς μας συμμετέχει αναπόφευκτα σε μία ομάδα, με τους σκοπούς, τις κινήσεις και τις τύχες της οποίας είναι απόλυτα συνυφασμένος.

Έτσι, κανείς δεν μπορεί να θέσει ένα ζήτημα σε προσωπική βάση. Ό,τι, μα ό,τι και και αν κάποιος κάνει ή πει, είναι υπόλογος στην ομάδα, μικρή ή μεγάλη, την οποία θέλοντας και μη αντιπροσωπεύει, και η οποία ανά πάσα στιγμή μπορεί να του ζητήσει το λόγο για αυτές του τις πράξεις και τα λόγια.

Και εν τέλει, εάν κάποιος θέλει να εξυπηρετήσει το δικό του συμφέρον μακροπρόθεσμα, πρέπει να υπηρετήσει το συμφέρον της ομάδας του, είτε αυτή η ομάδα λέγεται οικογένεια, χωριό, πόλη, κοινότητα, κόμμα, πατρίδα, παράταξη, ρεύμα, φιλοσοφία, θρησκεία. Και αυτό ακριβώς το νόημα είχαν και έχουν και πρέπει να έχουν οι οποιεσδήποτε ηγετικές θέσεις ευθύνης: το νόημα της υπηρεσίας απέναντι σε ένα ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, και όχι αυτό της εκμετάλευσής του.

Όσο πιο γρήγορα λοιπόν όλοι μας τα αντιληφθούμε αυτά, όσο πιο γρήγορα όλοι μας, ηγέτες και καθηγούμενοι, μάθουμε να λειτουργούμε με αυτόν τον τρόπο, τόσο πιο γρήγορα θα πετύχουμε τους στόχους μας, όποιοι κι αν είναι αυτοί.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Η αυτοεπιβεβαίωση της Ύπαρξης

Υπάρχουμε; Και αν ναι, σε τί συνίσταται η ύπαρξή μας; Ίσως οι ζωές μας, αυτά που βιώνουμε, να είναι αποκυήματα της δικής μας ή μιας αλλότριας φαντασίας, πολλές φορές τόσο ξεφτισμένα, τόσο ανούσια, που μας έρχεται να κλάψουμε από την ίδια μας την οικτρή ανιαρότητα. Άλλες φορές, αυτά τα αποκυήματα είναι τόσο μοναδικά, τόσο δημιουργικά, που ίσως αξίζει για κάποιον τρίτο που ίσως παρακολουθεί να υποστεί ώρες πλήξης μόνο και μόνο για λίγα λεπτά μεγαλοπρέπειας. Από την άλλη, ανακύπτει η εξής ερώτηση: Πώς γίνεται κάτι που πονά και χαροποιεί τόσο, που καθορίζει το περιβάλλον του και καθορίζεται αντίστροφα από αυτό, που εμπνέει ακόμα και στις πιο ποταπές του εκφράσεις προκαλώντας τους φωτισμένους σκοτεινούς χαρακτήρες της τέχνης να δημιουργήσουν αριστουργήματα, να είναι απλά προϊόν κάποιας φαντασίας; Η ερώτηση είναι μεν σωστή, αλλά το επιχείρημα εύκολα καταρίψιμο. Όσα νιώθουμε δεν είναι παρά αποτελέσματα φυσικών, απόλυτα ορθολογικά καθορισμένων διεργασιών, των χημικών αντιδράσεων στα κύτταρα του εγκεφάλου μας. Με λίγα λόγια, ακόμη και αν πρόκειται περί αντιδράσεων σε ερεθίσματα, όσα βιώνουμε είναι απλά... "μέσα στο κεφάλι μας"! Τρομακτική η διαπίστωση, αλλά αληθινή. Εφόσον λοιπόν ό,τι αντιλαμβανόμαστε είναι δημιούργημα της εγκεφαλικής μας δραστηριότητας, τότε κάλλιστα θα μπορούσε, με μόνη δεδομένη την ύπαρξη του εγκεφάλου μας, τίποτα από όλα αυτά να μην υπάρχει. Ωστόσο, η παραπάνω συλλογιστική παραβλέπει μία πολύ βασική διάσταση της έννοιας της ύπαρξης: ότι αυτή δεν μπορεί να καθοριστεί στα πλαίσια μεμονωμένων περιπτώσεων, αλλά μάλλον σε ένα σύστημα αλληλεπιδρώντων υποψήφιων υπάρξεων. Με άλλα λόγια, το αν υπάρχει κάτι ή όχι καθορίζεται αυστηρά όχι από αυτό το ίδιο κάτι, αλλά από κάτι άλλο που αλληλεπιδρά μαζί του ή προσπαθεί να αλληλεπιδράσει: τίποτα δεν υπάρχει από μόνο του, αλλά το περιβάλλον επιβεβαιώνει η απορρίπτει την πιθανότητα ύπαρξης του. Υπό αυτό το πρίσμα, το υπάρχω δεν σημαίνει σκέφτομαι (κατά το "σκέφτομαι άρα υπάρχω"), αλλά μάλλον έχω αντίκτυπο, άρα υπάρχω. Αυτός είναι ένας ορισμός της ύπαρξης ("Ύπαρξη ορίζεται ως η ιδιότητα κάποιας έννοιας, ούσης ή μη ούσης, να έχει αντίκτυπο στο περιβάλλον της και να αλληλεπιδρά με αυτό"), στον οποίο μέχρι στιγμής ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος με τον οποίο έχω συζητήσει έχουμε καταφέρει να βρούμε αξιόλογο αντίλογο. Τελικά, και εφόσον ό, τι μας περιτριγυρίζει έχει κάποια επίδραση πάνω μας, ακόμα και με την απλή του ύπαρξη, ίσως αυτός ο ορισμός να χωλαίνει, ή απλά η ύπαρξη να αυτοεπιβεβαιώνεται. Άλλωστε, η ερώτηση που μπορεί να μας βυθίσει σε έναν ακόμα ατέλειωτο και κουραστικό παιχνίδι σκέψεων είναι προφανής: "Υπάρχει η Ύπαρξη σαν έννοια;"
Ο τολμών ας απαντήσει...